sujet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

ενικός πληθυντικός
sujet sujets

sujet (fr) αρσενικό

  1. το θέμα
  2. (γραμματική) το υποκείμενο

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό sujet sujets
θηλυκό sujette sujettes

sujet (fr)

  1. υπήκοος

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό sujet sujets
θηλυκό sujette sujettes

sujet (fr)

  1. (νομικός όρος) που υποτάσσεται σε κάποια υποχρέωση, που υποχρεούται να
  2. επιρρεπής, που υπόκειται σε, που πάσχει συχνά από κάτι
    il est sujet à des migraines - πάσχει συχνά από ημικρανίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]