support
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
support (en)
Ρήμα [
]
support (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| support | supports |
support (fr) αρσενικό
[
]
- → δείτε τη λέξη: supporter