suspension
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
suspension (fr) θηλυκό
- ανάρτηση, συσπανσιόν
- αναστολή
- προσωρινή αποβολή ενός μαθητή από το σχολείο του
- suspension d'armes: προσωρινή ανακωχή