sustainability
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
sustainability (en)
- η ικανότητα να συντηρείς, διατηρείς, υποστηρίζεις κάτι
- (οικολογία) η αειφορία