sympathy
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
sympathy (en)
- η συμπάθεια
- η ικανότητα να ταυτίζεσαι ψυχικά με κάποιον
- η αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα ή όργανα του σώματος, όπου η κατάσταση του ενός επηρεάζει αυτόματα την κατάσταση του άλλου