tâtonnement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

tâtonnement < tâtonner

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ta.tɔn.mɑ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
tâtonnement tâtonnements

tâtonnement (fr) αρσενικό

  1. η ψηλάφηση
  2. (μεταφορικά) διστακτική επαναλαμβανόμενη προσπάθεια για να βρούμε κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]