tête
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- tête < λατινική testa, τερακότα, τούβλο, κεραμίδι, και κατ' επέκταση κάθε αντικείμενο από τερακότα, εξού «κανάτα», «αμφορέας», «γλάστρα», «κούπα», και αργότερα «κρανίο».
- Η λέξη μάλλον χρησιμοποιήθηκε στην αρχή με οικείο τρόπο. Σιγάγ σιγά αντικατέστησε τελείως τη λέξη caput (η οποία έδωσε τη λέξη chef, αρχηγός, της οποίας η αρχέγονη έννοια βρίσκεται σήμερα πλέον μόνο στη λέξη couvre-chef.
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tête | têtes |
tête (fr) θηλυκό
- το κεφάλι
- (ανατομία) το κεφάλι
- η έδρα της σκέψης
- (κατ' επέκταση) κάποιος ή κάτι που διοικεί
- Il a pris ses fonctions à la tête de l’entreprise.
- η φυσιογνωμία
- Il fait une drôle de tête.
- (μετωνυμία) τα μαλλιά
- Elle avait une tête frisée.
- η σταθερότητα του χαρακτήρα
- Cet homme a de la tête.
- η ζωή, η ύπαρξη
- Il y va de votre tête.
- (ιπποδρομίες) μονάδα που χρησιμοποιείται για να ξεχωρίζει τα άλογα στην τελική γραμμή. Ισούται με περίπου 50 εκατοστά
- Ce cheval a gagné d’une tête.
- (οικείο) μέτρηση του ύψους των προσώπων που αντιστοιχεί στο ύψος ενός κεφαλιού
- Il me dépasse d’une tête !
- (νομίσματα, μετάλια) η κορώνα
- το πάνω μέρος ορισμένων πραγμάτων, συνήθως σφαιρικό ή κυκλικό, που βρίσκεται στην άκρη τους
- Frapper la tête d’un clou.
- Tête d’épingle.
- η αρχή
- Tête de liste, de note.
- το καλύτερο μέρος από κάτι
- Têtes de vin. Tête du blé.
- (στην τέχνη του κυνηγιού) τα κέρατα ενός ελαφιού
- Tête portant trochures, tête en fourche, tête paumée.
Συνώνυμα [
]
- boule (οικείο) (1-2)
- caboche (αργκό) (1-2)
- calebasse (οικείο) (1-2)
- carafe (αργκό) (1-2)
- chef παρωχημένο (1-3)
- chou (αργκό) (1-2)
- chou-fleur (αργκό) (1-2)
- ciboulot (αργκό) (1-2)
- citron (αργκό) (1-2)
- gueule (οικείο) (χυδαίο) (1-2)
- mouille (αργκό) (1-2)