tack
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
tack (en)
- η πρόκα
- η πινέζα
- η σαγή
- το ορτσάρισμα, τακ
- η τακτική
[
]
Ρήμα
tack (en)
- καρφιτσώνω, καρφώνω
- ορτσάρω