tagen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ρήμα []

tagen  (de)

  1. (αμετάβατο) κάθομαι
  2. (μεταβατικό) (απρόσωπο) ξημερώνει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

δείτε τη λέξη: Tag