tangent
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
tangent (en)
- (μαθηματικά) η εφαπτομένη
- κάτι που έχει μεν κάτι κοινό με το θέμα που συζητάμε, γενικά όμως δεν είναι σχετικό με αυτό
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | tangent | tangents |
| θηλυκό | tangente | tangentes |
tangent (fr)