tape
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
tape (en)
- η μαγνητοταινία
- electrical tape: μονωτική ταινία
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
tape (fr) θηλυκό
- χτύπημα με το χέρι, ανοιχτό ή κλειστό