tautologie
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tautologie | tautologies |
tautologie (fr) θηλυκό
- η ταυτολογία
-
- → δείτε τη λέξη: lapalissade
-
- ο πλεονασμός
-
- → δείτε τη λέξη: pléonasme
-