tempe
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- tempe < temple < δημώδης λατινική tempula < λατινική tempora, πληθυντικός του tempus
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tempe | tempes |
tempe (fr) θηλυκό
- ο κρόταφος
[
]
Ετυμολογία
- tempe < ίσως από το templum
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tempe | tempes |
tempe (fr) θηλυκό
[
]
- tempe
- temporal