tenda
Από Βικιλεξικό
Ιταλικά (it) [
]
Ετυμολογία [
]
- tenda < μεσαιωνική λατινική tenda που τείνει στο tendĕre που σημαίνει οτιδήποτε μπορεί να τεντωθεί
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tenda | tende |
tenda (it)