tendancieux
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | tendancieux | tendancieuxs |
| θηλυκό | tendancieuxe | tendancieuxes |
tendancieux (fr)
- (για λόγια) που εμφανίζουν μια τάση με έμμεσο τρόπο, χωρίς ξεκάθαρη έκφραση
- (κατ' επέκταση) μεροληπτικός, άδικος, μη ανεκτικός