terminal
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| terminal | terminals |
terminal (en)
- τερματικός σταθμός
- (ειδικότερα) το κτήριο του σταθμού ενός μέσου μαζικής συγκοινωνίας που περιέχει τις εγκαταστάσεις για την άφιξη και την αναχώρηση επιβατών
- (τηλεπικοινωνίες) η συσκευή που χρησιμοποιείται για να μετατρέψει και να πάρει ή να στείλει το σήμα, π.χ. η τηλεφωνική συσκευή, το μηχάνημα του φαξ ή του τέλεφαξ, το μόντεμ κλπ.
- (πληροφορική) τερματικό (υπολογιστής)
- (πληροφορική) τερματικό, πρόγραμμα ή παράθυρο γραμμής εντολών που χρησιμοποιείται σε γραφικό περιβάλλον
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- terminal (επίθετο) < λατινική terminalis
- terminal (ουσιαστικό) < αγγλική, τέρμα
Ουσιαστικό [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | terminal | terminaux |
| θηλυκό | terminale | terminales |
terminal (fr)
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| terminal | terminaux |
terminal (fr) αρσενικό
- τερματικός σταθμός, τμήμα αεροδρομίου με εγκαταστάσεις για την άφιξη και την αναχώρηση επιβατών
- τερματικός σιδηροδρομικός σταθμός, εκεί όπου τερματίζει μια σιδηροδρομική γραμμή
- (πληροφορική) το τερματικό
[
]
Τουρκικά (tr) [
]
Ουσιαστικό [
]
terminal (tr)