termino
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- termino < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | termino | terminoj |
| αιτιατική | terminon | terminojn |
termino (eo)
- ο (τεχνικός, κλπ) όρος