théorique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
théorique théoriques

théorique  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. θεωρητικός
    La vitesse théorique - η θεωρητική ταχύτητα (αυτή που υπολογίζεται με τη θεωρία)
  2. υποθετικός
    cela reste très théorique - αυτό παραμένει σκέτη υπόθεση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες