thorough

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

thorough  (en)

  1. ενδελεχής, πολύ προσεκτικός και λεπτομερής, εξονυχιστικός στην αστυνομική/δικαστική έρευνα
    a thorough research/investigation
  2. επιμελής, πολύ προσεκτικός, που επιμένει στη λεπτομέρεια
    a thorough worker
  3. απόλυτος, τέλειος
    a thorough pleasure

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες