thorough
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
thorough (en)
- ενδελεχής, πολύ προσεκτικός και λεπτομερής, εξονυχιστικός στην αστυνομική/δικαστική έρευνα
- a thorough research/investigation
- επιμελής, πολύ προσεκτικός, που επιμένει στη λεπτομέρεια
- a thorough worker
- απόλυτος, τέλειος
- a thorough pleasure