thoroughly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

thoroughly < thorough

[] Open book 01.svg Επίρρημα

thoroughly  (en)

  1. ενδελεχώς, επιμελώς, με προσοχή στη λεπτομέρεια, χωρίς να παραλειφθεί τίποτα
    she read the instructions thoroughly before turning on the device
  2. τελείως, απολύτως, εντελώς
    I am thoroughly disgusted with your behavior
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες