thrill

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

thrill  (en)

  1. (μεταβατικό) ενθουσιάζω, συγκινώ ευχάριστα και ξαφνικά, ηλεκτρίζω, δονώ
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι να τρέμει ή να ριγά
  3. (αμετάβατο) ενθουσιάζομαι, συγκινούμαι, δονούμαι
  4. (αμετάβατο) τρέμω ή ριγώ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

thrill  (en)

  1. ρίγος ή τρέμουλο που προκαλείται από συγκίνηση, έξαψη, ενθουσιασμό
  2. η αιτία ενός τέτοιου ρίγους
  3. (ιατρική) τρεμούλιασμα της καρδιάς
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες