thrill
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
thrill (en)
- (μεταβατικό) ενθουσιάζω, συγκινώ ευχάριστα και ξαφνικά, ηλεκτρίζω, δονώ
- (μεταβατικό) κάνω κάτι να τρέμει ή να ριγά
- (αμετάβατο) ενθουσιάζομαι, συγκινούμαι, δονούμαι
- (αμετάβατο) τρέμω ή ριγώ
[
]
Ουσιαστικό
thrill (en)