tibétain
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | tibétain | tibétains |
| θηλυκό | tibétaine | tibétaines |
tibétain (fr)
[
]
Ουσιαστικό
tibétain (fr) αρσενικό μόνο στον ενικό