tombant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

tombant < tomber

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tombant tombants
θηλυκό tombante tombantes

tombant (fr)

  1. που πέφτει
  2. λέγεται για τα μακριά μαλλιά
  3. φθίνων, σχετικά με τη μέρα