toulousain
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | toulousain | toulousains |
| θηλυκό | toulousaine | toulousaines |
toulousain (fr)
- σχετικός με την Τουλούζη