trace
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
trace (en)
- ίχνος, χνάρι
- ίχνος, πολύ μικρή ποσότητα
- (μαθηματικά) το άθροισμα των στοιχείων της διαγωνίου ενός τετραγωνικού πίνακα
[
]
Ρήμα
trace (en)
- ακολουθώ τα ίχνη κάποιου
- σχεδιάζω, χαράζω
- αντιγράφω ένα σχέδιο πάνω σε διαφανές χαρτί, ξεπατικώνω