traité
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| traité | traités |
traité (fr) αρσενικό
- (πολιτική) το σύμφωνο
- η πραγματεία
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| traité | traités |
traité (fr) αρσενικό