tranche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
tranche tranches

tranche  (fr) θηλυκό

  1. η δόση
    payer par tranches - πληρώνω με δόσεις
  2. η φέτα
    une tranche de pain - μια φέτα ψωμί
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες