transcendence
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
transcendence (en)
- η υπέρβαση, το να ξεπερνάς κάποια όρια
- η υπερβατικότητα
- the transcendence of God