transplantation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
transplantation (en)
- η μεταμόσχευση (οργάνου του σώματος)
- η μεταφύτευση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- transplantation < transplanter
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| transplantation | transplantations |
transplantation (fr) θηλυκό
- η μεταφύτευση
- η μεταμόσχευση (οργάνου του σώματος)
- (μεταφορικά) η μετοίκηση
[
]
- → δείτε τη λέξη: transplanter