transverse
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
ενικός
πληθυντικός
transverse
transverses
transverse
(fr)
θηλυκό
(
ανατομία
) ένα
όργανο
που τοποθετείται
εγκάρσια
σε σχέση με κάτι άλλο
Συγγενικές λέξεις
[
]
transversal
-
transversale
transversalement
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Ανατομία (γαλλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
English
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Ido
ಕನ್ನಡ
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Русский
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文