trouble
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
trouble (en)
- πρόβλημα, μπελάς, φασαρία, δύσκολη κατάσταση
- προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ξεπεραστεί μια δύσκολη κατάσταση
- πρόβλημα, δυσλειτουργία
- περιστατικό βίας
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- trouble < troubler
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| trouble | troubles |
trouble (fr) αρσενικό
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| trouble | troubles |
trouble (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- (για υγρά) θολός, ταραγμένος
- (για πράξεις) ύποπτος, σκοτεινός