trousseau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

trousseau  (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η δέσμη
  2. τα ρούχα που φέρνει μαζί της μια κοπέλα που ετοιμάζεται να παντρευτεί ή να γίνει μοναχή
  3. ρούχα που φέρνει μαζί του ένα παιδί που πηγαίνει σε κατασκήνωση

[] Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί Όροι

  • trousseau de clés - δέσμη κλειδιών
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες