trunk

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

trunk (en)

  1. κορμός δέντρου, ανθρώπου, ζώου
  2. προβοσκίδα ελέφαντα
  3. μπαούλο
  4. (ΗΠΑ) πορτμπαγκάζ, χώρος αποθήκευσης και μεταφοράς σε ένα ΙΧ αυτοκίνητο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: boot (ΗΒ)
  5. κύκλωμα επικοινωνίας, κόμβος
  6. κεντρική οδική αρτηρία (trunk-road), αλλά και βασική γραμμή σε σιδηροδρομικό δίκτυο (trunk-line)ή σε ποτάμι
  7. (πληροφορική)
  8. (πληθ) trunks κοντό παντελόνι, αθλητικό σορτσάκι, μαγιό άνδρα κολυμβητή