try
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
try (en)
- προσπαθώ, πειραματίζομαι, δοκιμάζω
- δικάστηκε, πέρασε από δίκη (συνήθως στον αόριστο tried)
[
]
Ουσιαστικό
- απόπειρα να λύσω πρόβλημα κ.λπ., προσπάθεια να κάνω κάτι, δοκιμή μιας γεύσης
-
- He gave it a try, but ..