uncial
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο 1
uncial (en)
[
]
Επίθετο 2
uncial (en)
- σχετικός με το μεγαλογράμματο είδος γραφής που χρησιμοποιούσε ευδιάκριτα στρογγυλευμένα κεφαλαία γράμματα και ήταν σε χρήση από τον Δ΄ έως τον Θ΄ αιώνα.
[
]
Ουσιαστικό
uncial (en)
- η μεγαλογράμματη γραφή
- ένα γράμμα αυτής της γραμμής
- ένα χειρόγραφο με αυτή τη γραφή
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
- uncial στο Dictionary.com Unabridged, v1.1, Lexico Publishing Group, 2006