unequivocal
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
unequivocal (en)
- που δεν έχει το ανάλογό του, μοναδικός
- ξεκάθαρος, που δεν αφήνει περιθώρια για άλλη ερμηνεία ή αντίρρηση, κατηγορηματικός