unhealthy
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
unhealthy (en)
- ανθυγιεινός, επικίνδυνος για την υγεία
- άρρωστος, όχι υγιής
- αρρωστημένος, όχι φυσιολογικός
- an unhealthy interest in death
- που διαφθείρει την ψυχή, επικίνδυνος για την ψυχική υγεία