uniune
Από Βικιλεξικό
Ρουμανικά (ro) [
]
Ουσιαστικό [
]
uniune (ro) θηλυκό
- η ένωση
Κλίση [
]
κλίση του uniune
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | o uniune | uniunea | nişte uniuni | uniunile |
| γενική | a unei uniuni | uniunii | a unor uniuni | uniunilor |
| δοτική | a unei uniuni | uniunii | a unor uniuni | uniunilor |
| αιτιατική | o uniune | uniunea | nişte uniuni | uniunile |
| κλητική | — | - | — | - |