upload
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
upload (en)
- (πληροφορική) ανεβάζω (επιφορτώνω) ένα αρχείο ή γενικότερα δεδομένα στο διαδίκτυο
[
]
Ουσιαστικό
upload (en)
- το ανέβασμα (η επιφόρτωση) ενός αρχείου στο διαδίκτυο