usant
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- usant < usants, χρήστες < user, φθείρω
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | usant | usants |
| θηλυκό | usante | usantes |
usant (fr) αρσενικό