vacillation

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /va.si.ja.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
vacillation vacillations

vacillation  (fr) θηλυκό

  1. ο δισταγμός πριν την πράξη ή πριν τη λήψη μιας απόφασης
  2. οι συχνές αλλαγές γνώμης ή προθέσεων, λόγω αδυναμίας του χαρακτήρα
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/vacillation"