vadrouille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /va.dʁuj/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
vadrouille vadrouilles

vadrouille (fr) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) εργαλείο καθαρισμού αποτελούμενο από πολλά σχοινιά στην άκρη ενός ξύλου
  2. (μεταφορικά) (οικείο) πόρνη
  3. (οικείο) η βόλτα, ο περίπατος, η τσάρκα