ver
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αφρικάανς (af)
[
]
Επίρρημα
ver (af)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
< verme, προνύμφη < λατινικό vermis (la)
[
]
Ουσιαστικό
ver (fr) αρσενικό (πληθυντικός: vers)
[
]
[
]
→ δείτε τη λέξη: verm-
[
]
Ισπανικά (es)
[
]
Ρήμα
ver (es)
[
]
Πορτογαλικά (pt)
[
]
Ρήμα
ver (pt)