ver de terre
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Πολυλεκτικός όρος
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ver de terre | vers de terre |
ver de terre (fr)
- (ζωολογία) γεωσκώληκας, το σκουλήκι