veracity
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
veracity (en)
- ειλικρίνεια
- I appreciate your veracity
- αλήθεια, η ιδιότητα του αληθούς
- the historical veracity of these events
- ακρίβεια, η ιδιότητα του ακριβούς
- he questioned the veracity of that research