versatility
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- versatility < versatile
Ουσιαστικό [
]
versatility (en)
- το να είναι κανείς πολύπλευρος, να έχει πολλά ταλέντα σε διάφορους τομείς