vertigo
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
vertigo (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- vertigo < λατινική vertigo
[
]
Ουσιαστικό
vertigo (fr) αρσενικό
- ασθένεια των αλόγων, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα που προκαλεί άτακτες κινήσεις, στροβιλισμούς
- (μεταφορικά) και (παρωχημένο) αναποδιά, τρέλα, καπρίτσιο