via

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvi:ə/ ή /ˈvaɪə/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

via (en)

  1. η οδός (χρησιμοποιείται μόνο σε σταθερές εκφράσεις)
  2. τρύπα γεμισμένη με μέταλλο που δημιουργεί ηλεκτρική επαφή ανάμεσα σε δύο στρώματα σε ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα
Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Open book 01.svg Πρόθεση[]

via (en)

  1. μέσω (για να δηλωθεί η διέλευση από κάπου)
    we are going to Athens via Patras - πηγαίνουμε στην Αθήνα μέσω Πατρών
  2. με, διά, μέσω (για να δηλωθεί ο τρόπος)
    via e-mail - μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας



Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

via < vi + -a

Open book 01.svg Επίθετο[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική via viaj
αιτιατική vian viajn

via (eo)




Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
via vie

via (it)



Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

via (la) θηλυκό

via longa est - ο δρόμος είναι μακρύς