vicino
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Δείτε επίσης
:
Vicino
Ιταλικά (it)
[
]
Επίρρημα
[
]
ενικός
ενικός
πληθυντικός
αρσενικό
vicino
vicini
θηλυκό
vicina
vicine
vicino
(it)
κοντά
Ουσιαστικό
[
]
ενικός
ενικός
πληθυντικός
αρσενικό
vicino
vicini
θηλυκό
vicina
vicine
vicino
(it)
Αυτός που
ζει
στη
|διπλανή
πόρτα
.
Κατηγορίες
:
Ιταλική γλώσσα
Επιρρήματα (ιταλικά)
Ουσιαστικά (ιταλικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Español
فارسی
Suomi
Na Vosa Vakaviti
Français
Galego
Magyar
Հայերեն
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
한국어
Lietuvių
Malagasy
Nederlands
Occitan
Polski
Русский
Tagalog
Türkçe
中文