vieux

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό vieux vieux
θηλυκό vieille vieilles

vieux  (fr) αρσενικό

  1. γέρικος
    un vieux loup - ένας γέρικος λύκος
  2. παλιός
    un vieil ami - ένας παλιός φίλος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
αρσενικό vieux vieux
θηλυκό vieille vieilles

vieux  (fr)

  1. ο γέροςγριά)
    Quand Jacques Brel chantait "Les Vieux" tout le monde trouvait ça magnifique.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες